• Post category:Άρθρα
  • Reading time:1 mins read

Ευτυχία ζήτησα να βρω, αγάπη, χάδια και μια όαση φωτός, να συμπληρώσει τη ζωή μου, να ακτινοβολήσει η ψυχή μου.

Δεν ήμουν ένα απλό κερί, που το άναψαν για να ειπωθεί μια προσευχή και γρήγορα το σβήνουν. Ήμουν μια σπίθα πάθους που αναζητούσε την ανάφλεξη. Έτσι στη λάμψη μιας ερωτικής φωτιάς, η φλόγα σου έγινε ζεστή και άπλωσε τις ρίζες της και έφεξε κάθε στενό και απρόσιτο σημείο της καρδιάς μου.

Άνοιξε μια πύλη μαγική, μπήκαμε και προχωρήσαμε, δοκιμάσαμε και φτιάξαμε μία κοινή αφετηρία, που θεμελίωνε τις βάσεις για όλα όσα είχαμε ονειρευτεί.

Όνειρα που κάναμε μαζί στην αμμουδιά που τη χτυπάει το κύμα. Θαύματα με τα χέρια μας πλεχτά, να αγγίζουν με τα δάχτυλα βαθιά και να συνομιλούν με τα αστέρια φωτισμένα. Οπτασίες που δεν φαντάστηκα ότι μπορούσαν να εκτεθούν στα μάτια μας και να μεθούν τις γεύσεις του μυαλού μας.

Μέρες πολλές που γίναν μήνες, χρόνια με λέξεις συναρπαστικές, συγκινήσεις, δυσκολίες και ανατροπές, παρέα παίζαμε τη μουσική, μοιραζόμασταν αγάπη, φροντίδα και στοργή στη δική μας καλοκουρδισμένη μηχανή!

Μα η ζωή βάζει κανόνες βιαστικούς, φέρνει απρόβλεπτους καιρούς, βροχές και χιόνια, κεραυνούς, πίκρες που δύσκολα ξεχνούν, να φύγουν και να διαλυθούν…

Έτσι μια νύχτα πήγες τόσο μακριά, που χάθηκες από τη φυσική μου αγκαλιά και πίστεψα τη μαύρη σκοτεινιά. Έκλαψα, πόνεσα, αμφισβήτησα, θύμωσα με μένα, με σένα και ύστερα… σιωπή.

Σσσσσς…

Έρεβος και ζόφος, το φεγγάρι ξεχασμένο σε εκείνη τη βραδιά, της πίκρας, της απώλειας, της ψυχικής μου φρίκης.

Κι όμως… ο χρόνος ανέτειλε τον ήλιο μπρος μου, όπως τον έσβησε. Συστήθηκε, δίχως φωνή μου μίλησε, χωρίς καν να με κοιτά. Οι μνήμες οι αμόλυντες επέστρεψαν, τα σύννεφα της λύπης εξατμίστηκαν, σταγόνες νοσταλγίας αναγεννήθηκαν! Νιώθω να με κρατάς πολύ σφιχτά, δεν τα χρειάζομαι άλλο τα δάκρυα της φωτιάς!

Μια αφύπνιση ενός ξεχασμένου χαμόγελου δίνει πνοή και ενεργοποιεί τον πυρήνα της χαράς. Τώρα η εικόνα σου έχει μπει σαν φυλαχτό στα κειμήλια της ψυχής μου, στα πολύτιμα και τα παντοτινά!

Αφήστε μια απάντηση