• Post category:Άρθρα
  • Reading time:2 mins read

Χρόνια πολλά, χρόνια καλά, εκατό να γίνουν και χιλιάδες. Χαρά, γλέντια, τούρτες και κλασικά πολλά κεράκια και πιο πολλά και πάμπολλα. Και κάθε φορά έρχονται αναμνήσεις, θες γιατί είχα ωραία παιδική ηλικία, ίσως σκέφτομαι ότι μου έχει λείψει η διαδρομή όλων αυτών των χρόνων, μπορεί μέσα μου να θέλω να διορθώσω αρκετά δύσκολα περάσματα και σταθμούς.

Θυμάμαι τα πάρτι γενεθλίων. Κόσμος μέσα στο σπίτι των ενενήντα πέντε τετραγωνικών, είκοσι συνομήλικοι, δέκα γονείς και χωράγαμε όλοι, τρώγαμε, πίναμε και γελάγαμε ασταμάτητα! Μουσική, χορός και τραγούδια στο πικάπ απ’ αυτά που βάζουν τώρα στους γάμους (συνήθως στα τελειώματά του) αλλά και ροκ – ποπ που τότε δεν γνωρίζαμε ότι αργότερα θα έμεναν στην ιστορία ως θρυλικά! Και κλείναμε με τα ονομαστά «μπλουζ» που ουδεμία σχέση με το είδος blues είχανε αλλά περιμέναμε να κολλήσουμε τα αθώα κορμιά μας με το αντίθετο φύλο και να κοκκινήσουμε από ντροπή! Και τα φαγητά όλα χειροποίητα, μαμά, γιαγιά, θείες, ετοίμαζαν άψογα το μεγάλο γεγονός. Δεν λέω, υπέροχο και το έξω, το είχα λιώσει εξάλλου, αλλά αυτές οι μαζώξεις είχαν τη δική τους μαγεία που κορυφωνόταν, ειδικά όσο πλησίαζε η εφηβεία και η αυτοπεποίθηση με την πρωτοβουλία κυριαρχούσαν.

Και τι δεν θα έδινα να ήμουνα και πάλι παιδί. Μικρός, κοντός, λεπτοκαμωμένος, με τα παιχνίδια τα τετράγωνα και τα χοντροκομένα, τα υπανάπτυκτα playmobil, τα μεταλλικά αυτοκινητάκια και το περιπολικό τύπου γουέστερν με εμένα σερίφη, να κυνηγάω τους φανταστικούς κακούς που μου πειράζανε τη μάνα και που στο τέλος του έργου μου τους εκτελούσα! Η μανούλα μου που ερχόταν κάθε βράδυ να με νανουρίσει με όμορφα τραγούδια και παραμύθια, θα την άφηνα απροστάτευτη; Έπαιζα με τα δάχτυλα των χεριών μου τουλάχιστον πέντε διαφορετικά παιχνίδια και ήμουν τόσο χαρούμενος! Δεν υπήρχε σαββατοκύριακο που να μην έρχονταν ή να μην πηγαίναμε στα ξαδέρφια μας. Kοιμόμασταν όλα τα παιδιά χάμω στρωματσάδα και το απολαμβάναμε. Εννοείται ότι αποκοιμιόμασταν αργά κι ας είχαμε εκκλησία το πρωί της Κυριακής, με κουβεντολόι, πολύ γέλιο, πειράγματα μεταξύ μας και τους παππούδες να έχουν απελπιστεί αλλά πέραν μιας απλής «φωνής» μας επέτρεπαν να το ευχαριστηθούμε μέχρι τελικής πτώσεως! Δεν ξεχνάω τις αμαζόνες με τον Ταρζάν που παίζαμε πηδώντας από έπιπλο σε έπιπλο! Τώρα είμαστε απομονωμένοι στα τεχνολογικά και αυτοματοποιημένα κλουβιά μας και κλείνουν ήσυχα τα βράδια.

Ό,τι αποταμίευε ο μπαμπάς όλο το χρόνο το ξόδευε για να περάσουμε καλά τις καλοκαιρινές μας διακοπές. Για τα ταψιά των γεμιστών που ψήναμε στον πιο κοντινό φούρνο για οικονομία. Για τα παγωτά. Χωρίς πολλά αξιοθέατα ή πισίνες και δώρα. Δεν υπήρχε χλιδή. Τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα. Πώς περνάγαμε τόσο όμορφα; Δύο μήνες στα χωριά, να βλέπεις και να ζεις τη ζωή των προγόνων σου, χωρίς καμία άνεση αλλά με θαλπωρή και σύνεση, παιχνίδι στη φύση ξυπόλητος, μήλα, κρυφτό, κυνηγητό, σκοινάκι, λάστιχο, χούλα χουπ και άλλα που δεν θυμάμαι τις ονομασίες τους. Χαραγμένες στιγμές στο μυαλό μου. Να ταΐζεις τα ζώα, να μαζεύεις αυγά, να αρμέγεις το γάλα, να πηγαίνεις καβάλα στο γαϊδουράκι, να βοηθάς στις αγροτικές εργασίες, να εκτιμάς το μόχθο και τον πόνο της γης και των χεριών του παππού και του θείου. Και το ξεδίψασμα στην βρύση του χωριού ή από την πηγή του βουνού να ξεπλένει όλη την κούραση και να σε ενώνει αρμονικά με το φυσικό περιβάλλον. Δεν λέω άλλα γιατί συγκινούμαι…

Εποχή που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, που όσο και αν μου αρέσουν σήμερα και τα χρησιμοποιώ φανατικά, τόσο λιγότερο τα θέλω. Κλείναμε τα ραντεβού μας και βρισκόμασταν με κλειστά τα μάτια. Ποτέ μας δεν χαθήκαμε. Ούτε έξυπνες τηλεοράσεις, μόνο κάτι μπαούλα, τεράστια με τις ασπρόμαυρες μορφές και τα πολλά τα χιόνια. Ο πατέρας φωνάζε με αγάπη και με μίσος σε εκείνο το κεραιάκι <<Άντε κούκλα μου γλυκιά, πιάσε να δω τη «Δυναστεία»>>. Και περίμενε να δει «Ειδήσεις» αυτές που ο παρουσιαστής τις διάβαζε από χαρτιά, ξεροκατάπινε, χαμογέλαγε και η ενημέρωση γινόταν ζωντανά, χωρίς υπερπαραγωγές και παράθυρα με ειδικούς της συμφοράς, εισαγγελάτους που γλείφουν απροκάλυπτα πολιτικούς και εμπειρογνώμονες που παραπλανούν και εκφράζουν μόνο αυτούς που τους πληρώνουν. Φυσικά όταν ερχόταν η ώρα του «Ιππότη της Ασφάλτου» όλη η χώρα συντονιζόταν να δει τον Κιτ να κάνει τα κόλπα του.

Τα ήθη της εποχής, ο τρόπος ζωής έκανε τα πάντα για να φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά, δεν είναι τυχαίο που η δεκαετία του 80 έχει μείνει στην ιστορία της νοσταλγίας! Και ας ήταν κιτς, με μαλλιά αφάνες και βίντεο κλιπ που σήμερα θα τα διαγράφαμε στο δευτερόλεπτο! Με το ραδιοφωνάκι στο χέρι να περιμένουμε την αφιέρωση να ακουστεί και το τραγούδι μας να παίξει με υπομονή. Που ανταλλάσαμε κασέτες, με περιορισμένες δυνατότητες ήχου και εναλλαγής τραγουδιών αλλά με απεριόριστη αγάπη και λαχτάρα για το άτομο που μας τις είχε χαρίσει. Και δανείζαμε πράγματα, ρούχα, ιδέες, οτιδήποτε… δεν νοιαζόμασταν για την επιστροφή! Όπως επίσης τα λιτά και σεμνά γράμματα που στέλναμε για να μάθουμε και να ακούσουμε νέα από φίλους, αδέρφια ή μακρινούς συγγενείς. Αυτό το δέσιμο αισθάνομαι πολύ τυχερός που το έχω ζήσει!

Ποιος Αντετοκούμπο; Ο Μάτζικ Τζόνσον πάσα στον Λάρι Μπερντ, αυτός στον Γιαννάκη και από εκεί στον Τζόρνταν που κάρφωνε. Ο Γκάλης έκλεβε και η μπάλα πάλι στο καλάθι! Να μην ξεχάσω τα ντέρμπι ΠΑΟΚ-ΑΡΗ στο μπάσκετ που άδειαζαν τους δρόμους κι ας ήταν όλη η Ελλάδα ΑΕΚ, ΠΑΟ ή ΟΣΦΠ. Η εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν ρομαντικό, με παίκτες που ακόμα έπαιζαν για τη φανέλα, με μεγάλα παιχνίδια και ένταση και με κόσμο στις κερκίδες όλων των ομάδων. Και που ο πρωταθλητής κρινόταν συνήθως στο γήπεδο και όχι μόνο από το μέγεθος του εκάστοτε προέδρου. Η νίκη δεν ήταν αυτοσκοπός ούτε η επικράτηση με κάθε μέσο.

Έπαιρνα το ποδήλατο, χανόμουν στην πόλη ή σε αλάνες για μπάλα και το παράταγα ξεκλείδωτο όπως και η πόρτα του σπιτιού μας, που πρώτη φορά κλειδώθηκε όταν γύρισα από την έξοδο με 2 ώρες καθυστέρηση. Έβγαινα μόνος με τους φίλους μου από τα εννέα και δεν υπήρχε υποψία ανησυχίας ή φόβου. Βέβαια το μπλα μπλα στο σπίτι και το μάλλιασμα της γλώσσας για πιθανούς κινδύνους και προειδοποιήσεις ήταν καθημερινό μάθημα. Για ναρκωτικά, ποτά, τσιγάρα, γκόμενες και κρύο. Το «πάρε ζακέτα» της μαμάς τότε πρωτολέχθηκε. Είχα βέβαια τα αδέρφια μου, με τον δικό μας αμίλητο αλλά καθόλα αποτελεσματικό κώδικα προστασίας.

Έχω πολλά άλμπουμ με φωτογραφίες και κρατάω ζωντανές τις αναμνήσεις. Τώρα με κάτι σέλφι και χιλιάδες φώτο στο κινητό και τον υπολογιστή, δεν ξέρω πού να αρχίσω και πού να τελειώσω και δεν μπορώ να εκτιμήσω τις στιγμές, παρά την πληθώρα των εικόνων. Και είμαι και υποχρεωμένος να βλέπω και το κάθε ψώνιο με το ψώνιο του.

Η ώρα του φαγητού ιερή, η οικογένεια περίμενε και το τελευταίο μέλος να εμφανιστεί. Κάθε μέρα να φάμε μαζί και να τα πούμε. Με τις σημερινές πολυτέλειες του ντελίβερι να μας ήταν σχεδόν άγνωστες. Τώρα σκόρπιοι… και πιτόγυρο. Που όταν έβγαινα έξω για σουβλάκι έπαιρνα άριστης ποιότητας κρέας περασμένο σε ξύλινο καλαμάκι, ψωμάκι με λεμόνι, άντε και λίγες φρέσκιες πατάτες στο σακουλάκι.

Και κάθε μέρα εφημερίδα και πολλά μα πολλά περιοδικά. Τώρα εντάξει, ίντερνετ. Δεν είχαμε ξεβλαχέψει βλέπεις.

Και εκείνη η δραχμούλα πόσες φορές με είχε σώσει. Πάντα βάσταγα στην τσέπη μου, να ψωνίσω, να πιω, να διασκεδάσω, να μετακινηθώ. Ποτέ δεν με πρόδωσε. Εγώ την πρόδωσα που πίστεψα το «ισχυρό» ευρώ. Που δεν τρώω έξω, δεν πάω διακοπές πλέον, ψωνίζω ρούχα σπάνια, δεν βλέπω άνθρωπο, δεν βγαίνω από το καβούκι μου γιατί δεν βγαίνουν τα κουκιά. Πίστεψα στα κόμματα γι΄ αυτό. Ρεύμα, νερό, καύσιμα ήταν από τα φθηνότερα της Ευρώπης. Μετά τα ματιάσαμε και ακρίβυναν. Ακόμα και η θρησκεία μου πίστευε στον Χριστό κάποτε. Τώρα μου τα μασάει αλλά δεν αλλάζω Πίστη. Γέρασα.

Σίγουρα η κάθε εποχή έχει τα θετικά της και πάντα τα νεανικά χρόνια είναι τα ωραιότερα γιατί μπαίνουν οι βάσεις και γνωρίζουμε τον κόσμο μας. Το αίμα βράζει κυριολεκτικά. Η εξέλιξη είναι σημαντική και η πρόοδος απαραίτητη αρκεί να υπάρχει ένα μέτρο στη διαχείριση της τεχνολογίας και να μην γινόμαστε δέσμιοι και εξαρτημένοι σε απόλυτο βαθμό από αυτήν. Η εποχή μου έκρυβε πολλές παγίδες και υπήρχε άγνοια σε πολλούς τομείς. Δεν ακουμπούσαμε ταμπού και θεωρούσαμε σωστά προϊόντα και συμπεριφορές που σήμερα φαντάζουν ανήθικες και ακατάλληλες. Έχει βελτιωθεί εντυπωσιακά η ασφάλεια των παιδιών, των αυτοκινήτων και εν γένει οι συνθήκες διαβίωσης, τουλάχιστον στα χαρτιά.

Κάθε σύγκριση είναι άσκοπη και ανώφελη, άλλες γνώσεις, διαφορετικά κριτήρια. Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί δεν διατηρούμε τα καλά κεκτημένα και ισοπεδώνουμε κάθε όμορφο και παλιό. Προχωράμε σε περιορισμούς δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η δημοκρατία γίνεται η επικεφαλίδα των εργαλείων χειραγώγησης, που βλέπουμε σε τηλεοπτικούς δέκτες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ η διάκριση των εξουσιών έχει γίνει δυσδιάκριτη και αναφέρεται κυρίως στην μία και κεντρική. Ο φόβος κυριαρχεί και η πληροφόρηση δεν είναι συνήθως αντικειμενική. Αλλάζουν με ταχύτερους ρυθμούς τα δεδομένα και αποσαθρώνονται πυλώνες και βασικά θεμέλια της κοινωνίας.

Τα χρόνια της αθωότητας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Ο ρατσισμός βρίσκεται σε έξαρση, αλλά είναι επιλεκτικός. Μικρές ομάδες δρουν ανεξέλεγκτες και ασύδοτες, νομοταγείς αλλά νοήμονες πολίτες στιγματίζονται εύκολα σαν γραφικοί ή σέρνονται στον δρόμο της δυσφήμισης και της συκοφάντησης. Ο κορωνοϊός έδωσε το αποκαλυπτικό χτύπημα. Οι άνθρωποι καταπιέζονται, διχάζονται και οι παρωπίδες κλείνουν αντί να ανοίγουν και να πετιούνται. Ανθρωποφάγοι τρώνε πνεύματα και αποθεώνονται οι λίγοι και πλούσιοι. Το γυμνό του κορμιού έχει πέραση όσο είναι άφθονο στο μάτι και χτίζει καριέρες με likes και followers. Οι πλατιές μάζες δεν εκφράζονται ουσιαστικά -πέραν της κάλπης όπου είμαστε όλοι ίσοι (νομίζω)- και το διαδικτυακό κουτσομπολιό γίνεται για να ξεδίνουν.

Για αυτό και εγώ νοσταλγώ. Τα περασμένα. Όχι ξεχασμένα. Γιατί ήμουν παιδί και ονειρευόμουν. Γιατί ήθελα έναν όμορφο κόσμο για όλους. Γιατί ήθελα να αλλάξω αυτό που σήμερα μου λείπει. Γιατί αυτά με μεγάλωσαν, με θωράκισαν, με χαλύβδωσαν. Γιατί πέτυχα πολλούς προσωπικούς στόχους όμως δεν νιώθω ικανοποιημένος από την πορεία της κοινωνίας, ανησυχώ για τον κόσμο και την παρανόηση. Αυτό που έχει μείνει από την αθωότητα είναι η υψηλή αλληλεγγύη εκείνης της εποχής. Και ότι δεν είδα ποτέ τους γονείς μου να τσακώνονται. Με τα χίλια δυο προβλήματα και δέκα ψυχές στο ίδιο σπίτι. Υπήρχε πολλή φτώχια αλλά και ανθρωπιά.

Αρχέγονες διεργασίες γίνονται για να διαχωρίζονται και να ταμπελοποιούνται οι άνθρωποι αλλά ένα παιδί είναι πάντα ρομαντικό. Ό,τι και αν περνάει. Και αυτό το παιδί δεν φεύγει ποτέ από μέσα μου, δεν λυγίζει, είναι ελεύθερο, δεν το δεσμεύει κανείς, μου δίνει ελπίδα και κρατάει σφιχτά τη φλόγα της αγνής αναζήτησης άσβεστη, όσο κι αν λερώνεται και χτυπιέται!

Αφήστε μια απάντηση